(Με σεβασμό στον Χόρχε)Ξέρω πως με φοβούνται. Ξέρω πως πάντα, ήμουν το τέρας, ή ο τρελός αν θέλετε, που άλλους τρόμαζε και άλλους χαροποιούσε η παρουσία μου, στα πολύπλοκα παιχνίδια εξουσίας του ανακτόρου. Το ξέρω πως δεν πολυβγαίνω και δεν έχω αυτό που λέμε συναναστροφές και στις τελετές του ανακτόρου λείπω αρκετά χρόνια τώρα. Όμως το σπίτι μου, είναι τεράστιο κι ανοικτό στον καθένα. Ούτε φρουροί, όπως συνηθίζονται στα αρχοντόσπιτα, ούτε πολύπλοκες κλειδαριές. Σίγουρα αυτούς που τα πλούσια αυτάκια τους έχουν συνηθίσει στις όμορφες μουσικές του ανακτόρου και στις πολύπλοκες τελετουργίες, θα τους απογοητεύσει. Κι όμως εδώ θα βρει κανείς γαλήνη κι απλοχωριά, για να ταξιδέψει μέσα του. Έπιπλα ελάχιστα, τα απολύτως απαραίτητα. Το σπίτι όμως μοναδικό, σε όλο τον κόσμο δεν υπάρχει όμοιό του. Κι αν κάποιοι ονειρεύονται ότι μπορούν να το αναπαραστήσουν ή περισσότερο να το κατασκευάσουν, τζάμπα προσπαθούν. Ποιος μπορεί να το συλλάβει στην ολότητά του; Ψευτιές κι ότι τάχα είμαι φυλακισμένος. Ούτε μια πόρτα. Το ξανάπα αυτό; Μια νυχτιά μάλιστα, εντελώς τυχαία, βρέθηκα στην έξοδο. Βγήκα κι άρχισα να γυρίζω στους δρόμους χωρίς χιτώνα, το κορμί μου ανατρίχιαζε στην αίσθηση του βραδινού αέρα και στη θέαση του ωκεανού των αστεριών. Κι όμως όλοι τους, ανίκανοι να απολαύσουν τη βραδιά και την ευτυχία που μόνο αυτή μπορεί να προσφέρει, οπισθοχωρούσαν, έφευγαν μακριά. Με αναγνώρισαν και ικεσίες στους ιερείς και στους θεούς έκαναν, κάποιοι χώθηκαν στις αίθουσες. Απογοητευμένος από τη στάση τους επέστρεψα. Παρότι πολλές φορές προσπάθησα, δεν τα κατάφερα να την ξαναβρώ τούτη την έξοδο.
Δεν ξέρω ανάγνωση και γραφή. Το μυαλό μου , αδυνατούσε κι αδυνατεί να συλλάβει τούτες τις ενοχλητικές λεπτομέρειες. Ο χρόνος μου περνούσε με αναμνήσεις . Αναρωτιόμουν συχνά για τον «πάνω κόσμο». Που είναι το ολόφωτα δωμάτιο με τις πλουμιστές ζωγραφιές(για ώρες καθόμουν και θαύμαζα μια προσωπογραφία κάποιου προγόνου μου κοντά στη Βόρεια Πύλη: Ο καλλιτέχνης είχε αποδώσει στο φρέσκο, όλη την δύναμη του πανίσχυρου κορμιού του. Ανταγωνιζόταν, μάλλον έπαιζε με έναν αθλητή, που προσπαθούσε να πηδήσει πάνω του), τα τεράστια παράθυρα, οι ατέλειωτες σκάλες που ανεβοκατέβαινα πιασμένος και στηριγμένος σε χέρια ικανά να με συγκρατούν, γιατί το είχα πάντα τούτο το ένστικτο της παρόρμησης και πηδούσα κι αλώνιζα, προκαλώντας την οργή της μητέρας μου, όταν οι υπηρέτες διαμαρτύρονταν ή έκαναν απολογισμό των ζημιών που προκαλούσα. Τρελαινόμουν να χώνομαι στη μυρωδάτη αγκαλιά της, στα φορτωμένα από πλήθος ασημένια και χρυσά στολίδια χέρια της. Άγγιζα σχεδόν ερωτικά της βαμμένες μαβιές ρόγες της που πρόβαλλαν από το ολόσωμο φόρεμα. Οι βόστρυχοι των μαλλιών της, έμπλεκαν με τα δικά μου και τα κεράτινα εξογκώματα, που μόλις προεξείχαν, αλλά η μητέρα μου με μια πράξη τρυφερότητας αλλά και βαθιά συλλογισμένη (ποιος ξέρει, ίσως μια νύχτα που αυτά ήταν τεράστια και η ίδια δεν ήξερε τι να πρωταγγίξει, έτσι χαμένη που ήταν στον ίστρο της) , τα χάιδευε και τα σκέπαζε στο δάσος των ατίθασων μαλλιών μου. Το κορμί μου μεγάλωνε και δυνάμωνε εκπληκτικά γρήγορα. Ένιωθα θαυμάσια βλέποντας και νιώθοντας όλη τούτη τη δύναμη, να με γεμίζει, ακόμα κι όταν οι άλλοι, οι υπηρέτες περισσότερο, έκρυβαν το πρόσωπό τους όταν με αντίκριζαν ξαφνικά σε κάποια αυλή ή συναντιόμασταν στις σκάλες. Πολλές φορές ακόμα και οι υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι, δεν κατάφερναν να κρύψουν το φόβο ή και τον αποτροπιασμό τους, αν και τα χρόνια που έσκυβαν τη μέση τους στους ανώτερους, οι ατέλειωτες ίντριγκες και η αποφυγή θανάσιμων κινδύνων που πάντα ελλοχεύουν σε ένα παλάτι, τους είχαν κάνει σοφούς και ιδιαίτερα ικανούς να κρύβουν τα αισθήματά τους. Τα καταλάβαινα όλα αυτά, τα ένιωθα στον αέρα που ανάσαινα, στις κουβέντες των υπηρετών και των φρουρών, αλλά πάντα έβρισκα καταφύγιο στην αγκαλιά της. Θα αναρωτηθείτε για τον πατέρα μου. Σπάνια μιλώ για αυτόν. Ακόμα και τώρα που σκέφτομαι όλα τούτα δεν μπορώ να πω αν με αγάπησε ποτέ του ή κι αυτός με έβλεπε σαν κάτι άλλο. Απόμακρος. Ποτέ δεν με αγκάλιασε σαν παιδί του. Ανατρίχιαζε όταν έπαιρνα φόρα και για παιχνίδι τον κουτουλούσα στην κοιλιά. Η μητέρα μου πάντα επενέβαινε και με έπαιρνε μακριά.
Όταν ο σεισμός γκρέμισε την βόρεια πτέρυγα του ανακτόρου, αντί να την επισκευάσουν, χιλιάδες υπηρέτες διατάχτηκαν να την ισοπεδώσουν εντελώς. Και εκείνος ο μυστήριος ο αρχιτέκτονας, ο Αθηναίος, εγκαταστάθηκε εκεί και χάραζε, χάραζε σχέδια σε τεράστιες πλάκες. Έσβηνε το μαλακό κερί και χάρασσε γραμμές, χιλιάδες γραμμές που συμπλέκονταν η μια με την άλλη. Η μητέρα μου επιστατούσε σε όλες τούτες τις εργασίες. Πολλές φορές με έπαιρνε μαζί της, σαν να ήθελε να με ξεναγήσει στα νέα μου διαμερίσματα. Και τα χρόνια περνούσαν ήμουν σχεδόν έξη χρονών, όταν μου το ανακοίνωσε. Έπρεπε να μεταφερθώ στα νέα μου διαμερίσματα. Πολύπλοκες ανακτορικές δολοπλοκίες, έκαναν υποχρεωτική την μεταφορά μου. Δεν πολυκατάλαβα το αμετάκλητο του πράγματος. Το είδα σαν παιχνίδι, σαν ένα νέο παιχνίδι, άλλωστε δεν είχα και πολλούς φίλους στο ανάκτορο, ήμουν πάντα απόμακρος.
Δεν μου έλειπαν οι διασκεδάσεις στο νέο μου σπίτι: Γρήγορα έμαθα το νέο θαυμαστό οίκημά μου, ανακάλυψα κόγχες και στοές, τυφλούς τοίχους και βαθειά φρεάτια που οδηγούσαν σίγουρα στη θάλασσα, από εκεί άλλωστε έρχονταν μυρωδιές ευωδιαστές. Τρελαινόμουν να κουτουλώ τους τοίχους και ζαλισμένος κατόπιν να τριγυρνώ. Άλλοτε καμώνομαι τον επισκέπτη και ξεναγούμαι στο θαυμαστό σπίτι μου: «Από εδώ βγαίνεις στην εσωτερική αυλή. Όταν στρίψεις στο δεύτερο διάδρομο θα δεις την ανηφοράδα και το φως. Στρίψε και ακολούθησε τον τέταρτο διάδρομο, ακολούθησε τον σε όλη του την ανηφοριά και θα δεις τη στέρνα με το βρόχινο νερό». Τίποτα δεν είναι μοναδικό εδώ μέσα. Όλα είναι σε πολλαπλάσιο βαθμό. Πολλές στέρνες, πολλοί, αμέτρητοι διάδρομοι, πολλές εσωτερικές αυλές, πολλές ανηφοράδες και όλες είναι ίδιες. Επισκέπτες το είπα, δεν έχω πολλούς. Κάποια ζώα που μπαίνουν τυχαία και ανακαλύπτω μετά από καιρό τα κουφάρια ή τα κόκαλά τους, και οι συνηθισμένοι μιαροί που έρχονται να λυτρωθούν από το κακό. Κάθε εννιά χρόνια, έρχονται. Συνήθως τους βλέπω αδιάφορα. Όχι όμως και τώρα. Έφταιγε άραγε το χτεσινοβραδινό μου όραμα; «Η άγνωστη θεά , ήρθε τυλιγμένη με τα πέπλα της και στήθηκε εμπρός μου. Άνοιξε το φόρεμα και μου παρουσιάστηκε σε όλη της την μεγαλοπρέπεια. Η ήβη της σκοτεινή σαν το σκοτάδι που με τύλιγε τόσο καιρό. Τα στήθη της βαριά. Σήκωσε το χέρι και μου απίθωσε ένα κουβάρι. Αδελφέ!! Σου ανήκω. Ακολούθησέ το κι έλα να με βρεις.»
Παρόρμηση ήταν, δολοφονική οργή, ή θεία επιφοίτηση αυτό που με έπιασε; Λες και ήταν πρώτη φορά που έμπαιναν στα δώματά μου οι ξένοι. Οι περισσότεροι πέθαιναν από μόνοι τους, από μοναξιά ή τον τρόμο της μοναξιάς. Συνήθως τους άφηνα να περιπλανιούνται για μέρες και μέρες, μέχρι που δεν άντεχαν άλλο και ή χτυπούσαν τα κεφάλια τους σαν ζωηροί ταύροι στους τοίχους ή έκοβαν τους καρπούς του στις γωνιές. Καμιά φορά, αν λυπόμουν κανέναν ή καμιά τους (ιδίως στις γυναίκες το έκανα), παρουσιαζόμουν στο σκοτάδι δίπλα τους, βάδιζα για μέρες μαζί τους προσποιούμενος ότι ήμουν ένας από αυτούς, ξάπλωνα μαζί τους και παρουσιαζόμουν σε πλήρη δόξα τη στιγμή της εκσπερμάτωσης. Συνήθως οι σπασμοί οι δικοί μου ακολουθούσαν τους σπασμούς του θανάτου τους. Κι όμως φέτος ήταν διαφορετικά. Δεν τριγύριζαν σαν τρελαμένοι δεξιά κι αριστερά, δεν βογκούσαν κι ούτε έκλαιγαν. Ακολουθούσαν!! Ναι ακολουθούσαν έναν κοντοστούπη, που βάδιζε σαν να ήταν στα χωράφια του πατέρα του. Περήφανος με ψηλά το κεφάλι, κρατώντας κάτι πολύτιμο στο δεξί του χέρι. Στο άλλο κρατούσε ένα σπαθί, σαν εκείνα που βρίσκονταν κρεμασμένα στην αίθουσα των διπλών πελεκιών. Τι ήταν αλήθεια εκείνο που με πείραξε; Η στάση του που έδειχνε έλλειψη σεβασμού; Τα χρόνια που πέρασαν και βάραιναν πάνω μου; Δεν ξέρω. Αποφάσισα να ξεμπερδεύω μαζί τους άμεσα. Η μονομαχία μας, κράτησε λίγα λεπτά. Η δύναμή μου πολλαπλασιασμένη θαρρείς από όλα τα παραπάνω τον συνέτριψε. Ούτε το μικρό, παιδικό μου φάνηκε σπαθί του, δεν κατάφερε να υψώσει. Τον κατακρεούργησα. Τα κομμάτια του, απλώθηκαν στις στοές. Οι υπόλοιποι τρελαμένοι από τον φόβο σκορπίστηκαν. Δεν σταμάτησα στιγμή. Έναν , έναν, μία μία, τους αποτελείωσα με λίγα χτυπήματα. Κι επιδόθηκα σε μια κραιπάλη σφαγιασμού, που όμοιά της, δεν είχε ξανασυμβεί. Εγώ που ποτέ μου(όλα τούτα τα χρόνια), δεν άγγιξα το κρέας ανθρώπων, γέμιζα τις χούφτες μου και το στόμα και το λαρύγγι και το στομάχι μου με τη μιαρή τροφή. Ήμουν σαν τους ιερείς και τις ιέρειες που πριν δεχτούν τον Ταύρο εντός τους, βρίσκονται σε ιερή μανία. Κι αφού ολοκλήρωσα τη ματοβαμμένη θυσία, σαν από παλιό κρασί μεθυσμένος έγειρα σε μια κόχη, εκεί μέσα στα αίματα.
Ξύπνησα μούσκεμα στον ιδρώτα. Το κεφάλι μου βαρύ, υπερβολικά βαρύ ακόμα και για μένα, που το είχα συνηθίσει. Σκοτάδι, παντού σκοτάδι Σηκώθηκα και προσπάθησα να προσανατολιστώ. Τελικά δεν ήταν απόλυτο σκοτάδι. Τα μάτια μου σιγά σιγά, άρχισαν να διακρίνουν. Υπήρχε κάποια πηγή φωτός στην επόμενη αίθουσα, ήταν ψηλά στο ταβάνι. Μια τετράγωνη σχεδόν τρύπα σαν τεράστια καμινάδα, άφηνε να περνά το πρωινό αεράκι και το φως του ήλιου. Εκεί το είδα!! Για το κουβάρι λέω. Κείτονταν ανήμπορο κι αιμάτινο. Το έπιασα με τρεμάμενα χέρια κι άρχισα να τυλίγω το νήμα που κρεμόταν. Δεν θα μπω σε λεπτομέρειες για τον τρόπο που έφτασα στην έξοδο. Ήταν εκεί. Σχεδόν δίπλα της είχα ξαπλώσει πολλές φορές και την ονειρευόμουν. Ήμουν εκεί. Και ήταν σχεδόν μεσημέρι. Πήρα τον μανδύα του άντρα που είχα σκοτώσει και τύλιξα το κορμί μου, από το κεφάλι ως τα πόδια. Και τότε την είδα. Στεκόταν μισοχωμένη μέσα στις δάφνες και τρομαγμένη ανέμενε. Την έπιασα από τη μέση και την οδήγησα από τη βόρεια πύλη έξω από το ανάκτορο. Τα βήματά μου μας οδήγησαν σιωπηλούς στο τελωνείο. Το καράβι μας περίμενε. Εύκολα το οδήγησα. Τα δυνατά μου μπράτσα σήκωσαν τα μαύρα πανιά. Ο άνεμος ούριος, μας έβγαλε στα ανοικτά. Η Αριάδνη στην αγκαλιά μου μετά την ερωτική μας ένωση, ονειρευόταν ήδη το λυτρωτή που φιλοξενούσε στην κοιλιά της και που κάποια μέρα θα έμπαινε στα ανάκτορα και θα τα διαγούμιζε : Θα `ναι ταύρος; Ή άνθρωπος; Θα είναι ταύρος με ανθρώπινη μορφή ή άνθρωπος με κεφάλι ταύρου;
