Δευτέρα, 23 Φεβρουαρίου 2009

Λαβύρινθος

(Με σεβασμό στον Χόρχε)

Ξέρω πως με φοβούνται. Ξέρω πως πάντα, ήμουν το τέρας, ή ο τρελός αν θέλετε, που άλλους τρόμαζε και άλλους χαροποιούσε η παρουσία μου, στα πολύπλοκα παιχνίδια εξουσίας του ανακτόρου. Το ξέρω πως δεν πολυβγαίνω και δεν έχω αυτό που λέμε συναναστροφές και στις τελετές του ανακτόρου λείπω αρκετά χρόνια τώρα. Όμως το σπίτι μου, είναι τεράστιο κι ανοικτό στον καθένα. Ούτε φρουροί, όπως συνηθίζονται στα αρχοντόσπιτα, ούτε πολύπλοκες κλειδαριές. Σίγουρα αυτούς που τα πλούσια αυτάκια τους έχουν συνηθίσει στις όμορφες μουσικές του ανακτόρου και στις πολύπλοκες τελετουργίες, θα τους απογοητεύσει. Κι όμως εδώ θα βρει κανείς γαλήνη κι απλοχωριά, για να ταξιδέψει μέσα του. Έπιπλα ελάχιστα, τα απολύτως απαραίτητα. Το σπίτι όμως μοναδικό, σε όλο τον κόσμο δεν υπάρχει όμοιό του. Κι αν κάποιοι ονειρεύονται ότι μπορούν να το αναπαραστήσουν ή περισσότερο να το κατασκευάσουν, τζάμπα προσπαθούν. Ποιος μπορεί να το συλλάβει στην ολότητά του; Ψευτιές κι ότι τάχα είμαι φυλακισμένος. Ούτε μια πόρτα. Το ξανάπα αυτό; Μια νυχτιά μάλιστα, εντελώς τυχαία, βρέθηκα στην έξοδο. Βγήκα κι άρχισα να γυρίζω στους δρόμους χωρίς χιτώνα, το κορμί μου ανατρίχιαζε στην αίσθηση του βραδινού αέρα και στη θέαση του ωκεανού των αστεριών. Κι όμως όλοι τους, ανίκανοι να απολαύσουν τη βραδιά και την ευτυχία που μόνο αυτή μπορεί να προσφέρει, οπισθοχωρούσαν, έφευγαν μακριά. Με αναγνώρισαν και ικεσίες στους ιερείς και στους θεούς έκαναν, κάποιοι χώθηκαν στις αίθουσες. Απογοητευμένος από τη στάση τους επέστρεψα. Παρότι πολλές φορές προσπάθησα, δεν τα κατάφερα να την ξαναβρώ τούτη την έξοδο.
Δεν ξέρω ανάγνωση και γραφή. Το μυαλό μου , αδυνατούσε κι αδυνατεί να συλλάβει τούτες τις ενοχλητικές λεπτομέρειες. Ο χρόνος μου περνούσε με αναμνήσεις . Αναρωτιόμουν συχνά για τον «πάνω κόσμο». Που είναι το ολόφωτα δωμάτιο με τις πλουμιστές ζωγραφιές(για ώρες καθόμουν και θαύμαζα μια προσωπογραφία κάποιου προγόνου μου κοντά στη Βόρεια Πύλη: Ο καλλιτέχνης είχε αποδώσει στο φρέσκο, όλη την δύναμη του πανίσχυρου κορμιού του. Ανταγωνιζόταν, μάλλον έπαιζε με έναν αθλητή, που προσπαθούσε να πηδήσει πάνω του), τα τεράστια παράθυρα, οι ατέλειωτες σκάλες που ανεβοκατέβαινα πιασμένος και στηριγμένος σε χέρια ικανά να με συγκρατούν, γιατί το είχα πάντα τούτο το ένστικτο της παρόρμησης και πηδούσα κι αλώνιζα, προκαλώντας την οργή της μητέρας μου, όταν οι υπηρέτες διαμαρτύρονταν ή έκαναν απολογισμό των ζημιών που προκαλούσα. Τρελαινόμουν να χώνομαι στη μυρωδάτη αγκαλιά της, στα φορτωμένα από πλήθος ασημένια και χρυσά στολίδια χέρια της. Άγγιζα σχεδόν ερωτικά της βαμμένες μαβιές ρόγες της που πρόβαλλαν από το ολόσωμο φόρεμα. Οι βόστρυχοι των μαλλιών της, έμπλεκαν με τα δικά μου και τα κεράτινα εξογκώματα, που μόλις προεξείχαν, αλλά η μητέρα μου με μια πράξη τρυφερότητας αλλά και βαθιά συλλογισμένη (ποιος ξέρει, ίσως μια νύχτα που αυτά ήταν τεράστια και η ίδια δεν ήξερε τι να πρωταγγίξει, έτσι χαμένη που ήταν στον ίστρο της) , τα χάιδευε και τα σκέπαζε στο δάσος των ατίθασων μαλλιών μου. Το κορμί μου μεγάλωνε και δυνάμωνε εκπληκτικά γρήγορα. Ένιωθα θαυμάσια βλέποντας και νιώθοντας όλη τούτη τη δύναμη, να με γεμίζει, ακόμα κι όταν οι άλλοι, οι υπηρέτες περισσότερο, έκρυβαν το πρόσωπό τους όταν με αντίκριζαν ξαφνικά σε κάποια αυλή ή συναντιόμασταν στις σκάλες. Πολλές φορές ακόμα και οι υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι, δεν κατάφερναν να κρύψουν το φόβο ή και τον αποτροπιασμό τους, αν και τα χρόνια που έσκυβαν τη μέση τους στους ανώτερους, οι ατέλειωτες ίντριγκες και η αποφυγή θανάσιμων κινδύνων που πάντα ελλοχεύουν σε ένα παλάτι, τους είχαν κάνει σοφούς και ιδιαίτερα ικανούς να κρύβουν τα αισθήματά τους. Τα καταλάβαινα όλα αυτά, τα ένιωθα στον αέρα που ανάσαινα, στις κουβέντες των υπηρετών και των φρουρών, αλλά πάντα έβρισκα καταφύγιο στην αγκαλιά της. Θα αναρωτηθείτε για τον πατέρα μου. Σπάνια μιλώ για αυτόν. Ακόμα και τώρα που σκέφτομαι όλα τούτα δεν μπορώ να πω αν με αγάπησε ποτέ του ή κι αυτός με έβλεπε σαν κάτι άλλο. Απόμακρος. Ποτέ δεν με αγκάλιασε σαν παιδί του. Ανατρίχιαζε όταν έπαιρνα φόρα και για παιχνίδι τον κουτουλούσα στην κοιλιά. Η μητέρα μου πάντα επενέβαινε και με έπαιρνε μακριά.
Όταν ο σεισμός γκρέμισε την βόρεια πτέρυγα του ανακτόρου, αντί να την επισκευάσουν, χιλιάδες υπηρέτες διατάχτηκαν να την ισοπεδώσουν εντελώς. Και εκείνος ο μυστήριος ο αρχιτέκτονας, ο Αθηναίος, εγκαταστάθηκε εκεί και χάραζε, χάραζε σχέδια σε τεράστιες πλάκες. Έσβηνε το μαλακό κερί και χάρασσε γραμμές, χιλιάδες γραμμές που συμπλέκονταν η μια με την άλλη. Η μητέρα μου επιστατούσε σε όλες τούτες τις εργασίες. Πολλές φορές με έπαιρνε μαζί της, σαν να ήθελε να με ξεναγήσει στα νέα μου διαμερίσματα. Και τα χρόνια περνούσαν ήμουν σχεδόν έξη χρονών, όταν μου το ανακοίνωσε. Έπρεπε να μεταφερθώ στα νέα μου διαμερίσματα. Πολύπλοκες ανακτορικές δολοπλοκίες, έκαναν υποχρεωτική την μεταφορά μου. Δεν πολυκατάλαβα το αμετάκλητο του πράγματος. Το είδα σαν παιχνίδι, σαν ένα νέο παιχνίδι, άλλωστε δεν είχα και πολλούς φίλους στο ανάκτορο, ήμουν πάντα απόμακρος.
Δεν μου έλειπαν οι διασκεδάσεις στο νέο μου σπίτι: Γρήγορα έμαθα το νέο θαυμαστό οίκημά μου, ανακάλυψα κόγχες και στοές, τυφλούς τοίχους και βαθειά φρεάτια που οδηγούσαν σίγουρα στη θάλασσα, από εκεί άλλωστε έρχονταν μυρωδιές ευωδιαστές. Τρελαινόμουν να κουτουλώ τους τοίχους και ζαλισμένος κατόπιν να τριγυρνώ. Άλλοτε καμώνομαι τον επισκέπτη και ξεναγούμαι στο θαυμαστό σπίτι μου: «Από εδώ βγαίνεις στην εσωτερική αυλή. Όταν στρίψεις στο δεύτερο διάδρομο θα δεις την ανηφοράδα και το φως. Στρίψε και ακολούθησε τον τέταρτο διάδρομο, ακολούθησε τον σε όλη του την ανηφοριά και θα δεις τη στέρνα με το βρόχινο νερό». Τίποτα δεν είναι μοναδικό εδώ μέσα. Όλα είναι σε πολλαπλάσιο βαθμό. Πολλές στέρνες, πολλοί, αμέτρητοι διάδρομοι, πολλές εσωτερικές αυλές, πολλές ανηφοράδες και όλες είναι ίδιες. Επισκέπτες το είπα, δεν έχω πολλούς. Κάποια ζώα που μπαίνουν τυχαία και ανακαλύπτω μετά από καιρό τα κουφάρια ή τα κόκαλά τους, και οι συνηθισμένοι μιαροί που έρχονται να λυτρωθούν από το κακό. Κάθε εννιά χρόνια, έρχονται. Συνήθως τους βλέπω αδιάφορα. Όχι όμως και τώρα. Έφταιγε άραγε το χτεσινοβραδινό μου όραμα; «Η άγνωστη θεά , ήρθε τυλιγμένη με τα πέπλα της και στήθηκε εμπρός μου. Άνοιξε το φόρεμα και μου παρουσιάστηκε σε όλη της την μεγαλοπρέπεια. Η ήβη της σκοτεινή σαν το σκοτάδι που με τύλιγε τόσο καιρό. Τα στήθη της βαριά. Σήκωσε το χέρι και μου απίθωσε ένα κουβάρι. Αδελφέ!! Σου ανήκω. Ακολούθησέ το κι έλα να με βρεις.»
Παρόρμηση ήταν, δολοφονική οργή, ή θεία επιφοίτηση αυτό που με έπιασε; Λες και ήταν πρώτη φορά που έμπαιναν στα δώματά μου οι ξένοι. Οι περισσότεροι πέθαιναν από μόνοι τους, από μοναξιά ή τον τρόμο της μοναξιάς. Συνήθως τους άφηνα να περιπλανιούνται για μέρες και μέρες, μέχρι που δεν άντεχαν άλλο και ή χτυπούσαν τα κεφάλια τους σαν ζωηροί ταύροι στους τοίχους ή έκοβαν τους καρπούς του στις γωνιές. Καμιά φορά, αν λυπόμουν κανέναν ή καμιά τους (ιδίως στις γυναίκες το έκανα), παρουσιαζόμουν στο σκοτάδι δίπλα τους, βάδιζα για μέρες μαζί τους προσποιούμενος ότι ήμουν ένας από αυτούς, ξάπλωνα μαζί τους και παρουσιαζόμουν σε πλήρη δόξα τη στιγμή της εκσπερμάτωσης. Συνήθως οι σπασμοί οι δικοί μου ακολουθούσαν τους σπασμούς του θανάτου τους. Κι όμως φέτος ήταν διαφορετικά. Δεν τριγύριζαν σαν τρελαμένοι δεξιά κι αριστερά, δεν βογκούσαν κι ούτε έκλαιγαν. Ακολουθούσαν!! Ναι ακολουθούσαν έναν κοντοστούπη, που βάδιζε σαν να ήταν στα χωράφια του πατέρα του. Περήφανος με ψηλά το κεφάλι, κρατώντας κάτι πολύτιμο στο δεξί του χέρι. Στο άλλο κρατούσε ένα σπαθί, σαν εκείνα που βρίσκονταν κρεμασμένα στην αίθουσα των διπλών πελεκιών. Τι ήταν αλήθεια εκείνο που με πείραξε; Η στάση του που έδειχνε έλλειψη σεβασμού; Τα χρόνια που πέρασαν και βάραιναν πάνω μου; Δεν ξέρω. Αποφάσισα να ξεμπερδεύω μαζί τους άμεσα. Η μονομαχία μας, κράτησε λίγα λεπτά. Η δύναμή μου πολλαπλασιασμένη θαρρείς από όλα τα παραπάνω τον συνέτριψε. Ούτε το μικρό, παιδικό μου φάνηκε σπαθί του, δεν κατάφερε να υψώσει. Τον κατακρεούργησα. Τα κομμάτια του, απλώθηκαν στις στοές. Οι υπόλοιποι τρελαμένοι από τον φόβο σκορπίστηκαν. Δεν σταμάτησα στιγμή. Έναν , έναν, μία μία, τους αποτελείωσα με λίγα χτυπήματα. Κι επιδόθηκα σε μια κραιπάλη σφαγιασμού, που όμοιά της, δεν είχε ξανασυμβεί. Εγώ που ποτέ μου(όλα τούτα τα χρόνια), δεν άγγιξα το κρέας ανθρώπων, γέμιζα τις χούφτες μου και το στόμα και το λαρύγγι και το στομάχι μου με τη μιαρή τροφή. Ήμουν σαν τους ιερείς και τις ιέρειες που πριν δεχτούν τον Ταύρο εντός τους, βρίσκονται σε ιερή μανία. Κι αφού ολοκλήρωσα τη ματοβαμμένη θυσία, σαν από παλιό κρασί μεθυσμένος έγειρα σε μια κόχη, εκεί μέσα στα αίματα.
Ξύπνησα μούσκεμα στον ιδρώτα. Το κεφάλι μου βαρύ, υπερβολικά βαρύ ακόμα και για μένα, που το είχα συνηθίσει. Σκοτάδι, παντού σκοτάδι Σηκώθηκα και προσπάθησα να προσανατολιστώ. Τελικά δεν ήταν απόλυτο σκοτάδι. Τα μάτια μου σιγά σιγά, άρχισαν να διακρίνουν. Υπήρχε κάποια πηγή φωτός στην επόμενη αίθουσα, ήταν ψηλά στο ταβάνι. Μια τετράγωνη σχεδόν τρύπα σαν τεράστια καμινάδα, άφηνε να περνά το πρωινό αεράκι και το φως του ήλιου. Εκεί το είδα!! Για το κουβάρι λέω. Κείτονταν ανήμπορο κι αιμάτινο. Το έπιασα με τρεμάμενα χέρια κι άρχισα να τυλίγω το νήμα που κρεμόταν. Δεν θα μπω σε λεπτομέρειες για τον τρόπο που έφτασα στην έξοδο. Ήταν εκεί. Σχεδόν δίπλα της είχα ξαπλώσει πολλές φορές και την ονειρευόμουν. Ήμουν εκεί. Και ήταν σχεδόν μεσημέρι. Πήρα τον μανδύα του άντρα που είχα σκοτώσει και τύλιξα το κορμί μου, από το κεφάλι ως τα πόδια. Και τότε την είδα. Στεκόταν μισοχωμένη μέσα στις δάφνες και τρομαγμένη ανέμενε. Την έπιασα από τη μέση και την οδήγησα από τη βόρεια πύλη έξω από το ανάκτορο. Τα βήματά μου μας οδήγησαν σιωπηλούς στο τελωνείο. Το καράβι μας περίμενε. Εύκολα το οδήγησα. Τα δυνατά μου μπράτσα σήκωσαν τα μαύρα πανιά. Ο άνεμος ούριος, μας έβγαλε στα ανοικτά. Η Αριάδνη στην αγκαλιά μου μετά την ερωτική μας ένωση, ονειρευόταν ήδη το λυτρωτή που φιλοξενούσε στην κοιλιά της και που κάποια μέρα θα έμπαινε στα ανάκτορα και θα τα διαγούμιζε : Θα `ναι ταύρος; Ή άνθρωπος; Θα είναι ταύρος με ανθρώπινη μορφή ή άνθρωπος με κεφάλι ταύρου;

Η πόλη...

Όλες οι πόλεις, κρύβουν στην κοιλιά τους λίγη στάχτη. Άλλες από παλιά σπιτικά, άλλες από σχέσεις, άλλες από ζωές καμένες στη φλόγα της ζωής. Η πόλη μας, γιομίζει το στόμα μου χώμα και σκόνη. Παρότι με καρφώνει στο χώμα καθημερινά, με την αυθάδεια της ασχήμιας και της απαξίωσης αγαπημένων πραγμάτων, την αγαπώ. Όπως μια γυναίκα, απελπισμένα. Που ξέρεις ότι τη χάνεις κι όμως παλεύεις γι` αυτήν με μια απελπισία θανάτου.
Πως να ξεχάσει κανείς την τυραννία της τυφλής της αγάπης; Τις βαριές και μακριές σιωπές της, τις βασανιστικές απουσίες της; Όταν περπατώ στους δρόμους της, γδέρνω τα δάχτυλά μου πάνω στην αιωνόβια πέτρα των τειχών της, που αντιστέκονται στον χρόνο, έστω κι αν σε μερικά μέρη σκύβουν, αποσταμένα και ξεδοντιασμένα. Δεν προστατεύουν πια την πόλη τούτα τα τείχη, αλλά τις αναμνήσεις να μην δραπετεύσουν.
Μάνα αστεφάνωτη η πόλη. Κόρη έγκλειστη κι όμως άπιστη, γυναίκα Μήδεια, που σκοτώνει τα παιδιά της, κορμί αυλακωμένο από τα χρόνια της παρουσίας της στη γη και τα βάσανα, βλέμμα που μεταθέτει το αίνιγμα στο αύριο, χέρι ανοιχτό, απλωμένο πάνω από τα κοιμισμένα σπίτια. Την αγαπώ και με συντρίβει, τούτο το συναίσθημα, που με κάνει έρμαιο στα χέρια της.
Η πόλη!! Και οι κάτοικοί της, που την μοιραζόμαστε. Ζούμε μέσα της σαν σε κορμί θηλυκό και φιλόξενο. Όμως χαράσσουμε καθημερινά λίγο από το δέρμα της. Αφήνουμε πάνω της σημάδια, άλλοτε γλυκά και αγαπημένα κι άλλοτε σαν άγριοι βιαστές σημάδια βαθιά κι επώδυνα. Μεγάλη η ανάγκη μας να αφήσουμε τα χνάρια μας πάνω της. Μια στιγμή αιωνιότητας να πάρουμε απ` αυτήν. Να μοιραστούμε τη μοίρα της και να ζήσουμε στο μέλλον της. Και παλεύουμε και ζούμε. Δρόμοι παράλληλοι που μόνο κάποιες στιγμές ενώνονται και δημιουργούν εντάσεις κι όνειρα και ζωή. Και μετά χωρίζουν και χαράσσουν νέες πορείες και ονειρεύονται κάποιες άλλες συναντήσεις.

Παρασκευή, 21 Μαρτίου 2008

Παγκόσμια ημέρα ποίησης

Πάνω στο στίχο που θα γράψω ακροβατώ
Πάνω στο στίχο που 'χω γράψει ισορροπώ
Ένα κλαδί γερό είναι το ποίημαΠου δένω πότε - πότε εκεί την κούνια μου
Να αιωρούμαι πάνω από το μαύρο

Αντώνης Φωστιέρης

Σε μια εποχή αντιποιητική, σε μια εποχή που η βία της εξουσίας συντρίβει ανθρώπινες ζωές, κάποιοι στίχοι ακόμα λειτούργουν ως τσεκούρι που σπάει την παγωμένη θάλασσα μέσα μας.

Δευτέρα, 17 Δεκεμβρίου 2007

Τα τελευταία Χριστούγεννα του Πετρίτ


Ο Πετρίτ, βάδιζε στην Πλατεία Ελευθερίας. Το λαχάνιασμα, από το τρελό του, άγριο τρέξιμο, του είχε φύγει, μαζί και το άγριο μεθύσι του. Τα λαμπιόνια και το Χριστουγεννιάτικο δέντρο, έλαμπαν σε κάθε κατεύθυνση, στέλνοντας φωτεινά βλέμματα στους περαστικούς, μαυλίζοντάς τους, προσκαλώντας τους, στο μεγάλο πανηγύρι των αγορών. Οι γιγάντιοι στύλοι, ανέβαιναν στον ουρανό αυθάδικα, προκαλώντας το βλέμμα να τους ακολουθήσει και να χαθεί στον ουρανό, που έκρυβε τα αστέρια του από ντροπή. Οι γιρλάντες πολύχρωμες υπογράμμιζαν την μουντάδα, την μαυρίλα, μέσα του. Καταναλωτές περνοδιάβαιναν κουβαλώντας τσάντες και πακέτα. Μα τα πρόσωπά τους, αγέλαστα και συνοφρυωμένα. Λογάριαζαν υπόλοιπα πιστωτικών καρτών, αισθημάτων. Αγόραζαν στιγμές μελλοντικής ευτυχίας και ευδαιμονίας, υποθηκεύοντας το σήμερα. Κι άλλοι μετανάστες, με τις οικογένειές τους, περνοδιάβαιναν την πλατεία. Προσπαθούσαν να κόψουν ένα κομμάτι από την καταναλωτική ευδαιμονία που πλημμύριζε την πόλη και τους ανθρώπους. Να το κάνουν δικό τους. Να νιώσουν κι αυτοί συμμέτοχοι. Οι πλάκες γυάλιζαν και γλιστρούσαν επικίνδυνα. Όμως ο Πετρίτ με τα βαριά παπούτσια του, πάταγε γερά αν και τρεκλίζοντας, μερικές φορές. Τα χέρια στις τσέπες, χάιδευαν το κουτί. Τον ησύχαζε αυτή η αίσθηση, του έδινε την εντύπωση ότι χάιδευε κάτι πολύτιμο και δικό του. Οι ασπιρίνες ήδη -μέσα από το κουτί-, απάλυναν τον πόνο του. Νοτιάς και ψιλόβροχο.
Χιόνιζε στο χωριό του, τέτοια εποχή. Χιόνιζε ακατάπαυστα. Από τον Οκτώβρη έμπαινε ο χειμώνας και ρίζωνε κάνοντας τους δρόμους αδιάβατους. Τα χέρια κρούσταλλο στην προσπάθεια να κόψουν ξύλα ή να πελεκήσουν την πέτρα. Σαν να θελε ο ουρανός να τους χώσει κάτω από τόνους χιόνι. Να τους κάνει αόρατους. Και τα κατάφερνε τόσα χρόνια: Αόρατοι από όλους. Φίλους και δικούς. Μόνο οι «άλλοι», τους θυμούνταν και τους απαγόρευαν κάθε τόσο και κάτι. Πότε τη χρήση της γλώσσας, πότε των πατρογονικών ονομάτων, πότε τις εκκλησίες, πότε το ένα , πότε το άλλο. Κι ο Πετρίτ, περίμενε, δουλεύοντας την πέτρα. Από πατέρα σε γιο, πήγαινε η τέχνη. Την αγάπαγε την πέτρα. Την έβγαζε στην επιφάνεια με μια τρυφερότητα σαν κορμί αγαπημένο. Με το χέρι έδιωχνε τα χώματα που την ζέσταιναν τόσο καιρό. Όταν έπιανε το σκαρπέλο και το σφυρί, αποφασιστικά έδινε το πρώτο χτύπημα, δοκιμάζοντας, αναμετρώντας την δύναμή της, αναζητώντας τα κρυμμένα «νερά». Η μορφή ήταν κρυμμένη, ήθελε τα κατάλληλα κτυπήματα για να βγει στην επιφάνεια, να λάμψει, να λαλήσει σαν κόκορας στο πρωινό. Ο ιδρώτας, έπεφτε στην πέτρα σαν δάκρυ και την μαλάκωνε. Κι άνοιγε, άνοιγε σαν γυναίκα, που είπε επιτέλους το ναι κι ησύχασε και γινόταν δική του. Από τα χέρια του έβγαιναν τα πάντα: από αρχαία ξόμπλια, ως τα σύμβολα του καθεστώτος, δρεπάνι και σφυρί. Τα έκανε δικά του, τα έφερνε στο φως, με κάθε χτύπημα.
Κατηφόρισε την Δικαιοσύνης. Τα ανεμικά δέντρα, φορτωμένα λαμπιόνια, φρούτα παράξενα κι εξωτικά, αστραποβολούσαν κίτρινο. Σαν θλίψη. Σαν διαμαρτυρία για την έλλειψη του πράσινου. Μαγαζιά ανοικτά, φωτισμένα, διαλαλούσαν την πραμάτεια τους, ρουφούσαν ανθρώπους στο εσωτερικό τους κι έφτυναν καταναλωτές. Οι διαφημίσεις από τα μεγάφωνα του Δήμου, κόβονταν από χριστουγεννιάτικη μουσική, προσθέτοντας στην ατμόσφαιρα μιαν ακόμα νότα ευρωπαϊκής πόλης. Οι ξέχειλοι κάδοι απορριμμάτων, υπογράμμιζαν τούτη τη νότα. Τα βήματά του τον έφεραν στην πλατεία της μεγάλης εκκλησίας. Φωταγωγημένη σαν νύφη πολύφερνη, υψωνόταν στον ουρανό και παινευόταν. Τα παγκάκια άδεια, χώνευαν τη ζεστασιά ανθρώπινων κορμιών που φιλοξένησαν. Ο Πετρίτ, δίστασε. Δεν μπήκε. Προτιμούσε τούτη την ώρα, τη μικρή εκκλησιά του χωριού του, με τις ασβεστωμένες εικόνες, το κατεστραμμένο τέμπλο, αλλά με τα μνήματα των προγόνων του απ` έξω σαν φύλακες. Αυτή, του φαινόταν ξένη κι απόκοσμη. Για τους μεγάλους και τους επισήμους. Προσπέρασε.
Δούλευε όλη τη μέρα. Παραμονή, ξεπαραμονή, τα Δημοτικά έργα ζητούσαν σαν άλλος Μινώταυρος, φρέσκο, φτηνό, δυνατό κρέας και μπράτσα για να ολοκληρωθούν. Αφότου σκόλασε, ο Πετρίτ, χώθηκε για άλλη μια φορά στο γνωστό χαμόσπιτο. Η σκληρή δουλειά και το νερό που έπεφτε ολημερίς, στον κόμβο του Γιόφυρου, τον είχε σακατέψει, πονούσε παντού, αλλά στην τσέπη του, αναπαύονταν τα χρήματα της βδομάδας. Ο τζόγος, το μπαρμπούτι, αποτελούν πράξη πίστης, είναι η έκφραση μιας ελπίδας, που αφήνει στον φτωχό περιθώρια ν` αντιμετωπίζει τη φτώχεια και τη στέρηση δίχως να απελπίζεται. Η πίστη στον τζόγο, η ελπίδα πως υπάρχουν δυνατότητες για καλύτερες ημέρες, απαλαίνουν το βάρος της καθημερινότητας και δίνουν διεξόδους. Αν τα συνδυάσεις όπως ο Πετρίτ με τη ρακί, τότε εξηγείται ο καημός του να χωθεί στα στενοσόκακα της Αγίας Τριάδας και να τρυπώσει στην μικρή αποθήκη. Είχε νυχτώσει για τα καλά όταν τρεκλίζοντας, βγήκε στα στενά δρομάκια και τα βήματά του, τον οδήγησαν στον Λάκκο, στο σπίτι του.
Η εικόνα της γυναίκας του, που οργισμένη τον πέταξε για άλλη μια φορά έξω από το σπίτι, τον κατέκλυσε και πάλι: Οργισμένη, η Βιτόρε, τα μαλλιά της λυτά, σαν φίδια, χτυπούσαν την πλάτη της, τα μάτια κόκκινα από το κλάμα και την ανημποριά τον τρυπούσαν. Τεμπέλη, του σφύριξε σαν οχιά. Τα έφαγες πάλι, τεμπέλη!! Σκυλί!! Τα έφαγες στο μπαρμπούτι. Η ανάσα του βαριά, οι ρακές έγιναν σύννεφο και τον σκέπασαν από παντού. Όλη του η ζωή, οι πέτρες που δούλεψε, η πρώτη νυχτιά με την γυναίκα του, τα λυτά μαλλιά της, οι τάφοι των γέρων του, το ανηφορικό δρομάκι για το σπίτι του, το πέρασμα των συνόρων, τα χιόνια, το εφιαλτικό ταξίδι στην καρότσα του φορτηγού, το καράβι, που σαν Λεβιάθαν τους χώνεψε και τους έκρυψε, οι καθημερινές προσβολές και τα φτυσίματα: Ένα τεράστιο σε έκταση, φιλμ, εικόνες ανάκατες, που γύριζαν, γύριζαν, γύριζαν στο μυαλό του με μια ταχύτητα εκπληκτική , ιλιγγιώδη και του κάψανε τα φρένα. Το χέρι του σηκώθηκε, σαν από μόνο του, σηκώθηκε και έπεσε στα μούτρα της γυναίκας του. Την συγκλόνισε και την πέταξε στο απέναντι ντουβάρι σαν άδειο τσουβάλι. Δεν ημέρεψε βλέποντάς την να σκουπίζει τα αίματα από την μύτη της, συνέχιζε κι αυτή να τον βρίζει: Σκύλε!!, Σκύλε!! Η Βιτόρε, συνέχιζε, συνέχιζε να σκουπίζει τα αίματα και να ουρλιάζει. Πλησίασε σαν την μοίρα αδυσώπητος και την χτυπούσε, την χτυπούσε. Βγήκε σαν αλλοπαρμένος. Τρέχοντας χώθηκε στα στενοσόκακα. Η ανάσα του σφύριζε. Μετά από ώρα, άρχισε το ανελέητο περπάτημα στην πόλη. Κομμάτι, κομμάτι, την βάδιζε, την αποχαιρετούσε;
Έφτασε στο Κομμένο Μπεντένι. Η μισοτελειωμένη πολυκατοικία, κι άλλη φορά τον είχε φιλοξενήσει. Κλεισμένη από παντού με χοντρές σανίδες και κόντρα πλακέ, προφύλασσε από την παγωνιά και την υγρασία. Μια αψιά μυρωδιά τον κτύπησε κατάμουτρα. Σπέρμα και ούρα, σαπισμένα χαρτοκιβώτια. Βάδιζε αργά, τα χέρια του τυφλά, τον οδηγούσαν. Η γωνιά του έτοιμη: Χαρτόκουτα απλωμένα και εφημερίδες. Δημιουργούσαν μια φωλιά, μια φάτνη που αδημονούσε να τον ζεστάνει, να τον φιλοξενήσει, να τον ξαναγεννήσει; Το μισοτελειωμένο παράθυρο με τις καρφωμένες σανίδες, άφηνε χαραμάδες και ένα κομμάτι του σκοτεινού ακόμα ουρανού, διαγραφόταν. Ακούμπησε την πλάτη του στον τοίχο, έβγαλε το κουτί που τόση ώρα χαϊδολογούσε. Μάσησε, κατάπιε, μια μια όλες τις ασπιρίνες ηδονικά, σαν φρούτο εξωτικό που πικρίζει, αλλά μέσα του κρύβει όλη τη γλύκα που ψάχνεις. Ξάπλωσε. Τα γόνατά του έφτασαν στο σαγόνι του. Έτρεμε. Το μυαλό του άρχισε πάλι να γυρίζει, να γυρίζει αδέσποτο. Λάμψεις πολλές, τρεμόπαιζαν μέσα από τα κλειστά του βλέφαρα. Λάμψεις πρωτόγνωρες, αλλεπάλληλες. Φωτοβολίδες ευτυχίας, μιζέριας, πόνου, ηδονής, άναβαν κι έσβηναν. Φώτιζαν έναν κόσμο που όλοι οι Πετρίτ του κόσμου, δούλευαν την πέτρα, αγαπούσαν τις Βιτόρε, περνούσαν με ταχύτητα, πάνω από κόμβους που ένωναν τους ανθρώπους και τους οδηγούσαν στο μέλλον..... Ο ουρανός, μετά από ώρα άνοιξε. Το φεγγάρι άρχισε να κάνει τα ταχυδακτυλουργικά του στα αστέρια, που μαγεμένα, έλαμψαν. Η ακτίνα του διέσχισε τεράστιες αποστάσεις, και βρίσκοντας ένα άνοιγμα στο παράθυρο, ήρθε και φώτισε το παγωμένο σώμα του Πετρίτ που κουλουριασμένο κείτονταν. « Ήτο η ώρα, όπου η χαρμόσυνος κλαγγή των κωδώνων εκάλει τους πιστούς εις την νυχτερινήν Ακολουθίαν των Χριστουγέννων».

Παρασκευή, 17 Αυγούστου 2007

Σάββατο, 28 Απριλίου 2007

Η ΛΙΤΑΝΕΙΑ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ

«Πείτε του ήλιο να φανεί και
να μας αγκαλιάσει, όπως μας αγκαλιάζουνε
του αργαλειού τα δώρα….»
Π.& Χ. Κατσιμίχας

Στα λασπωμένα χωράφια της επαρχίας, στους νοτισμένους δρόμους της πόλης, η άνοιξη άρχισε και πάλι την ατέλειωτη κι αιώνια βόλτα της. Αδιαφορώντας για τον κακόπιστο βοριά και τις αγριάδες του, εγκαταστάθηκε κάτω από την επιφάνεια των πραγμάτων και περιμένει ένα χάδι από τον ήλιο και μια ευχή από μας για να ξεπεταχτεί και να θριαμβεύσει και πάλι. Τρέχει ήδη μέσα στα κλαδιά των δέντρων, στο αίμα των ανθρώπων, στα μάγουλα των παιδιών. Πήρε τον χρωστήρα της και χρωματίζει……
Ροζ και κόκκινο και μενεξεδί , πορτοκαλί και βαθύ πράσινο, τα χρώματα ενός απέραντου πίνακα για τα κουρασμένα, από τις οθόνες μάτια μας.
Οι απογευματινές ώρες μεγαλώνουν σαν τα μικρά παιδιά μας, σαν τα λούλουδα του αγρού, ταχύτατα χωρίς τυμπανοκρουσίες, από μόνες τους, ζητώντας μας μόνο τις προσέξουμε και να ζήσουμε μαζί τους, να τις μοιραστούμε. Ανακλαδίζονται, τεντώνονται χωρίς ντροπή, τινάζουν από πάνω τους ώρες μουντές και μίζερες. Κι αλήθεια, μια ματιά προσεχτική δίπλα μας, θα μας φανερώσει το άφατο, το απρόσμενο. Η ζωή σφύζει στον κισσό του μισογκρεμισμένου νεοκλασικού, στις ραγισματιές της ασφάλτου, στα διαλείμματα των σχολείων, στις αλάνες της πόλης, στα πεζοδρόμια με τους περιπατητές , που βιαστικά αφήνουν πίσω τους αρώματα και μέλη σωμάτων ελεύθερα από τη δυναστεία του χειμώνα.
Ξεκίνησε η λιτανεία της άνοιξης και μας καλεί –εθελοντές- να της προστρέξουμε, να συμμετέχουμε στο παιχνίδι του έρωτα και της ζωής. Να την κάνουμε ρήγισσα στη ζωή μας.

ΔΙΑΚΟΣΙΕΣ ΠΕΝΗΝΤΑ ΛΕΞΕΙΣ Η Η ΓΟΗΤΕΙΑ ΤΟΥ ΕΦΗΜΕΡΟΥ


«Έδιωξα από πάνω μου κάθε άλλη σκέψη. Άφησα τον περιβάλλοντα κόσμο να διαλυθεί στην ασάφεια[1]», άνοιξα τον υπολογιστή…..
Το να αποτυπώνεις στην οθόνη του υπολογιστή τις σκέψεις σου και μετά από λίγο να τις βλέπεις τυπωμένες στο χαρτί της εφημερίδας ή του περιοδικού, ήταν και είναι κάτι που πάντα με αναστάτωνε.
Πότε οργισμένος από την μίζερη καθημερινότητα, πότε ενθουσιασμένος από γεγονότα ελπιδοφόρα, η φιλόξενη μα και παμφάγα «μνήμη» του υπολογιστή μου αποθήκευε και χώνευε λέξεις, προτάσεις, «νοήματα υψηλά και πρωτόγνωρα». Τις παράχωνε στα κυκλώματά του, τις επώαζε θαρρείς, περιμένοντας την ώρα της ανάστασής τους.
Γιατί, ο γραπτός λόγος από τη φύση του, είναι «κοινωνικός», θέλει να μοιραστεί με άλλους ανθρώπους, να χαριεντιστεί μαζί τους, να τους «δοθεί» και να γίνει κτήμα των άλλων.
Έτσι είναι. Οι λέξεις, οι προτάσεις, τα κείμενά μας, είναι σαν τις άπιστες γυναίκες. Θέλουν τα μάτια των άλλων να τις θαυμάζουν, να τις γδύνουν από τα επιφανειακά στολίδια τους, να τις κάνουν δικές τους. Περιμένουν τον ανυποψίαστο αναγνώστη, που είναι έτοιμος να παρακολουθήσει μια ιστορία που δεν τον ενδιαφέρει προσωπικά, ν` αρχίσει την ανάγνωση. Και του κλείνουν το μάτι, του ανοίγονται, του στέλνουν χιλιάδες μηνύματα, τον καθοδηγούν, μέχρι να τους παραδοθεί εντελώς. Έρμαιο στα χέρια τους. Το ίδιο και ο επόμενος, ο επόμενος….. κάθε ένας μοναδικός και ξεχωριστός εραστής σε αυτό το παιχνίδι στα σκιερά δάση της αφήγησης.
Κι εσύ, ο γραφιάς, έρημος και μόνος, αποκομμένος από τα γραπτά σου, γεύεσαι τη χαρά της αφής του φτηνού χαρτιού. Απολαμβάνεις την ηδονή της ανάγνωσης και ήδη δουλεύεις στο μυαλό σου το επόμενο θέμα που σε συγκινεί: Διώχνεις από πάνω σου κάθε άλλη σκέψη. Αφήνεις τον περιβάλλοντα κόσμο να διαλυθεί στην ασάφεια, ανοίγεις τον υπολογιστή…..
[1] «Αν μια νύχτα του Χειμώνα Κάποιος ταξιδιώτης»
Ίταλο Καλβίνο